Η αποφρακτική  υπνική  άπνοια   αποτελεί την ακραία εκδήλωση του ροχαλητού, στη διάρκεια της οποίας, κι’ ενώ ο ασθενής κοιμάται αποφράσσεται η αναπνευστική οδός και σταματά  η αναπνοή για λίγο. Οι μαλακοί ιστοί του φάρυγγα, η υπερώα και η γλώσσα πέφτουν προς  τα  πίσω, κλείνουν το πέρασμα του αέρα και εμποδίζουν την είσοδό του  στα πνευμόνια, κι’ ενώ η εισπνευστική  προσπάθεια  συνεχίζεται  και η  αρνητική  πίεση  που  αυτή  δημιουργεί κλείνουν πιο σφιχτά την αναπνευστική οδό. Για ν’ αναπνεύσει πάλι ο ασθενής και να μπεί αέρας στα πνευμόνια του πρέπει να ξυπνήσει , να ενεργοποιηθούν πάλι οι μύες της αναπνευστικής οδού και της γλώσσας   και να ανοίξουν έτσι την αναπνευστική οδό.

Αυτή η διαδικασία ,έντονο ροχαλητό, σταμάτημα αναπνοής και ροχαλητού για 10’’ το λιγότερο και ξανά έντονη  θορυβώδης αναπνοή  και ροχαλητό, είναι τυπική και χαρακτηριστική  στο 95%  όσων πάσχουν από αποφρακτική άπνοια. Κάθε κύκλος , απόφραξης-άπνοιας και ξυπνήματος  διαρκεί από 20’’ μέχρι 3 λεπτά και επαναλαμβάνεται πολλές φορές στη διάρκεια της νύχτας.  Μέχρι 5 επεισόδια άπνοιας ανά ώρα κάθε νύχτα  θεωρούνται φυσιολογική κατάσταση  που δεν χρειάζεται αντιμετώπιση. Πάνω από 15  όμως ανά ώρα κάθε νύχτα  βάζουν τη διάγνωση της αποφρακτικής άπνοιας που είναι απαραίτητο να αντιμετωπίζεται .

Ο ίδιος ο ασθενής δεν έχει συνήθως επίγνωση  αυτής της επαναλαμβανόμενης διαδικασίας , ύπνος-ροχαλητό-άπνοια-ξύπνημα και είναι κυρίως ο σύντροφός του στο κρεβάτι  που αντιλαμβάνεται τον ανώμαλο  και συνεχώς διακοπτόμενο ύπνο του. Συνέπειες του διαταραγμένου αυτού ύπνου είναι η έντονη υπνηλία του ασθενή  στη διάρκεια της ημέρας, ευερεθιστότητα, διαταραχές της προσοχής και της συμπεριφοράς, σεξουαλική δυσλειτουργία, υπέρταση , απώλεια μνήμης ,καρδιακά και  εγκεφαλικά επεισόδια και ψυχικές διαταραχές.